Nero d’ Avola

 

Τη νύχτα που παγώνανε τα ferry (μη μου ζητήσεις πληθυντικό)

Σε δρόμους που νύχτωνε ησυχία και ουρανοξύστες

Μη με ρωτήσεις γιατί σου είπα ότι θα ντυθώ πριγκίπισσα

Μάλλον μου έλειψαν τα παραμύθια μέσα σε τόση αλήθεια

 

[Μαύρο κόκκινο κρασί ήρθε και διαόλεψε το μέσα μου]

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Δαιμόνια, Uncategorized

Αράχνη

Κάτω από το τραπέζι ζει ένας μύθος

Φοβάμαι, δε θέλω να κοιτάξω

Αν έχει ήλιο,

αν όλες οι αράχνες υφαίνουν ιστό

ή είναι και κείνες που ξεστράτισαν

Που έπεσαν πριν προλάβουν

Ξέρεις, ακόμα μπορεί να στροβιλίζονται

Από το ταβάνι στο πάτωμα

Μπορεί να σκέφτονται ποια ζωή, ποιος θάνατος

Ένα πόδι στο κενό, το άλλο μια κλωστή

Κάποτε θα φτάσω κάτω και τότε θα είναι το τέλος

Θα ενωθώ με τη γη

Και θα σου λέω, κοίτα, εγώ που μια ζωή κυνηγούσα τα σύννεφα,

έγινα επιτέλους χωματένια

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Εγώ και το σκοτάδι

Δεν κοιμάσαι

Κλέβεις χρόνο από τη νύχτα

Ρίχνεις λίγες σκέψεις στη λεωφόρο

Τις μαζεύουν ξεχασμένα σκουπιδιάρικα

Πελάτες σε άδεια ταξί

Γίνονται σταγόνες σε ανοιχτές ομπρέλες

Μανταλάκια κρεμασμένα στα μπαλκόνια

Φώτα που κλείνουν ένα-ένα

Άντρες και γυναίκες κάτω από τις κουβέρτες

Γίνονται κουρασμένοι Αη-Βασίληδες

Με λερωμένα ρούχα

Και φύλλα που παρέσυρε ο υπόνομος

Όμως εγώ δεν κοιμάμαι

Ακούω αυτήν την πόλη

Μυρίζω το σκοτάδι που κόβεται σε φώτα

Κίτρινα, πράσινα, κόκκινα

Λίγα μωβ, λίγα μπλε

Αυτό το σκοτάδι

φοράω στα δάχτυλα

Στολίζει τα αυτιά

και βάφω τα μάτια

Αυτό το σκοτάδι

Τραβά το σεντόνι

Και μαζί κοιτάμε το φεγγάρι

 

 

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Into the purple night

“…’cause when you gotta sleep, you gotta sleep” Έτσι μου είπες και με σκέπασες να μην κρυώνω.
«…cause when you gotta leave, you gotta leave” : Έτσι σου είπα κι ας ούρλιαζα μέσα μου όχι.
Έλα να φύγουμε μαζί μες στη μωβ νύχτα, να γίνουμε αστεράκια κρεμασμένα στον πεντηκοστό όροφο, δε θα πέσουμε, στο υπόσχομαι, τα χέρια μας θα είναι σχοινιά, τα σώματά μας δίχτυ.
Έφυγες, όμως, μόνος.
Και γω είναι μέρες τώρα που τριγυρνάω, παίρνω λεωφορεία και φτάνω στο τέρμα, ανεβαίνω στις γέφυρες και κοιτάζω κάτω, μετράω ράγες και ξεχασμένα βαγόνια, παροπλισμένα λεωφορεία, σκουριασμένες θέσεις, τρύπιες ρόδες.
Και κει στη γωνία είναι πάντα κάποιος που πουλάει ζεστές πίτες, ψημένες στα τοιχώματα ενός αυτοσχέδιου φούρνου. Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα του, μου χαμογελάει όμως κάθε φορά κι αυτό φτάνει. Παίρνω δύο πίτες, μία για μένα και μία για τα πουλιά, τα καλοπιάνω για να σου στέλνουν τα μηνύματά μου.
Γυρίζω σπίτι και είναι σχεδόν νύχτα. Μια ακόμη μωβ νύχτα αιωρείται έξω από το παράθυρό μου. Καληνύχτα.

Σχολιάστε

Filed under Δαιμόνια

Καλαμπόκι

Τι εννοείς «δεν πουλάτε καλαμπόκι;»

Όλα όσα ήθελα αυτή την ώρα, λίγο πριν βγει το φως, ήταν ένα καλαμπόκι, να καθίσω σε ένα πεζοδρόμιο, να περνάνε από μπροστά ταξί με αναμμένες πινακίδες «διαθέσιμο», όχι, όχι, δε θέλω να φύγω ακόμα, θέλω να μαζέψω μία-μία τις σκέψεις μου που τρέχουν σαν νερό από χαλασμένη υδρορροή και καταλήγουν βρώμικες στο δρόμο μέχρι να φτάσουν στον υπόνομο και να χαθούν για πάντα στην άβυσσο της δυσωδίας. Ή όχι. Μία-μία οι σκέψεις, μέχρι να μετρήσω πόσα λουλούδια έχει το δαντελένιο μου μαύρο φόρεμα, πόσοι πόντοι έχουν σκιστεί από το καλσόν την ώρα που με τράβηξες για να με χαιρετήσεις.

Τώρα κάθομαι σ’ αυτό το πεζοδρόμιο, παιδιά με μηχανάκια περνάνε μπροστά μου, δυο-τρεις φορές ίδια πρόσωπα, μπορεί όλοι να φαίνονται ίδιοι μες στη νύχτα. Και κάνω νυχιές στα δάχτυλά μου, αφού δεν βρήκα ένα καλαμπόκι, να βγάζω τα σπυριά του, ένα να τρώω, ένα να πέφτει στο δρόμο και έτσι να χαζεύω τις σκέψεις που φεύγουν. Όπως φεύγουν και οι άνθρωποι. Όπως φεύγουν και τα αισθήματα και τα κύτταρα και ο χρόνος, όλα, όπως φεύγουν όλα. Μες στη μέρα ή μέσα στη νύχτα, μέσα σε ένα μπαρ όταν χορεύεις με τα λιοντάρια και ένα μόνο να σ’ αρέσει, αλλά τα χαμόγελα απόψε κρύφτηκαν κάτω από το τραπέζι. Γύρισαν πλάτες, λίγα χάδια και μετά έφυγες.

Αναβοσβήνει η πινακίδα από νέον το όνομα, εστιατόριο, καντίνα, μπαρ, δεν έχει σημασία. Βγάζω τα παπούτσια μου και περπατάω στη μέση του δρόμου. Είναι ήσυχα πια.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Κοίτα με

Τώρα που κλείνω τα αυτιά μου
Τρεις το πρωί
Η νύχτα πέρασε από μέσα μου
όχι σκοτάδι
αλλά ποτάμι
Πες μου αν υπάρχει τρόπος να γράψω τον πιο ωραίο στίχο για να σου πω
Κοίτα με
Όσο καλπάζει μέσα μου ο αέρας
Όσα νερά τρέχουν στις φλέβες μου
Όσα νευρικά κύτταρα γίνονται απόψε λέξεις
Μόνο για να σου πω
Κοίτα με
Πιάσε με
Δεν έχω άλλα λόγια
Τρέχει η νύχτα στο δρόμο
Βουβή, σκυφτή, μόνη.

Σχολιάστε

Filed under Δαιμόνια

E 34

Έβαλες ένα σάκο στο αμάξι και ξεκίνησες. Δεν ήξερες να οδηγάς καλά-καλά αλλά, what the fuck, όπου σε βγάλει ο δρόμος. Από τα δυτικά στα ανατολικά. Να δεις το Rocky Mountain στο Colorado, μετά Nebraska, Illinois, μεσoδυτικές και μεσοανατολικές πολιτείες, χωράφια και οικογενειάρχες, για να καταλήξεις στο τέρμα του Ε 34, το Σικάγο. Και συ μόνη σου, να μαζεύεις πέτρες από το δρόμο, μία κάθε εκατό χιλιόμετρα. Σταμάτησες για καφέ σε ένα μέρος που λέγεται “Loveland” (πλάκα κάνεις). Χάζευα 15 λεπτά τη βιτρίνα με τα σάντουιτς. Τι να διαλέξω, από μπέικον σε μπέικον και από αυγό σε λουκάνικο. Δεν μου άρεσε τίποτα από αυτά. Πήρα donuts και καφέ. Βγήκα έξω να με χτυπάει ο αέρας, πάντα να με χτυπάει ο αέρας, αυτό το είχα από μικρή, ήθελα να φυσάει ο αέρας στο κεφάλι μου, λες και με ταξίδευε, μου ξεκαθάριζε τις σκέψεις, έδιωχνε ιστορίες ή έφερνε άλλες.
Μετά στάση στο Lincoln, Nebraska, η δεύτερη πόλη στις ΗΠΑ με τα πιο ψηλά κτίρια (αλήθεια; Και το Σικάγο; Το Λος Άντζελες; Να τα ξεπερνά ένα Lincoln χαμένο κάπου στο κέντρο;). Βαρέθηκα, πολύ ησυχία αυτές οι πόλεις, συνέχισα δυτικά και Illinois. Από το Burlington είδα τον Mississippi, όλα τα βιβλία για τη δουλεία που είχα διαβάσει πέρασαν από μπροστά μου, καημένε μπάρμπα- Θωμά με τις μπούκλες της σκοτωμένης εγγονής στην τσέπη, οι πολιτείες αυτές είναι σκληροπυρηνικά συντηρητικές, δεν περιμένεις πολλά ανοιχτά μυαλά σε πόλεις που λέγονται Monmouth, Mendota, Oswego. Στο Illinois ο δρόμος είναι ο τυπικός American road, ατελείωτα χιλιόμετρα στην πεδιάδα. Προς το τέλος του Ε 34 ξεκινά η άλλοτε περίφημη route 66, που τώρα έχει αντικατασταθεί από ένα βαρετό 55.
Και έτσι η Ε 34 πέρασε ήρεμη, βουνίσια, ποταμίσια, τελειώνοντας στο Σικάγο. Από τα μεσοδυτικά στα μεσανατολικά, αλλά ακόμα στη μέση. Ευτυχώς με διέξοδο, ανατολικά ή δυτικά δεν είχε σημασία. Αρκεί μια μέρα να μ’ έβγαζε στη θάλασσα. Ε 34.

34 a

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η Lin και η Xiao Yun

Xiao Yun
Η Σιάο Γιν σέρνει τη σχολική της τσάντα μετά το σχόλασμα. Είναι πέντε και μισή. Θα πήγε σχολείο στις 8. Είναι γύρω στα δώδεκα, μπορεί και δεκατρία. Φοράει άσπρες φόρμες και κόκκινο μαντίλι στο λαιμό, όπως όλοι οι μαθητές. Στα μαλλιά έχει μια κορδέλα με άσπρο φιόγκο. Φαίνεται κουρασμένη, το πρόσωπό της είναι κάπως συνοφρυωμένο. Αλλά περπατά ζωηρά. Σέρνει τη τσάντα με τα ροδάκια στο πεζοδρόμιο. Σκέφτομαι πως πάει μόνη της σπίτι, ίσως επειδή είναι μεγάλη, γιατί κατά κανόνα οι γονείς ή οι παππούδες περιμένουν τα παιδιά μετά το σχόλασμα. Μετά από λίγο όμως τη βλέπω να πηγαίνει προς ένα αμάξι, βγαίνει ο μπαμπάς της. Πάει σε καλό σχολείο, affiliated to University. Αυτό σημαίνει ότι είναι από τη Σαγκάη ή ότι οι γονείς δουλεύουν στο οικείο Πανεπιστήμιο. Θα έχει μεγάλο ανταγωνισμό και πολύ άγχος μέχρι να δώσει gao kao, εθνικές εξετάσεις. Μέχρι τότε θα κάνει τα μαθήματά της, θα πάει στο φροντιστήριο τα Σαββατοκύριακα για αγγλικά και τα μαθήματα του σχολείου, μπορεί να κάνει καλλιγραφία, ίσως μουσική. Το Σάββατο μετά τα αγγλικά θα πάει στα McDonalds με τους φίλους της, θα πιει milktea με γεύση coco jelly, θα αγοράσει μια καινούρια κορδέλα και το απόγευμα θα πάει για φαγητό με γονείς, παππού, γιαγιά. Όλοι στηρίζονται στη Σιάο Γιν, γι’ αυτή θα καμαρώνουν όταν περάσει σε μια καλή σχολή, στη Σαγκάη ή στο Πεκίνο. Μετά μπορεί στις ΗΠΑ ή στην Αγγλία. Το βράδυ η Σιάο Γιν πέφτει για ύπνο και μετράει σαν άστρα τα φωτάκια στα απέναντι παράθυρα.

Lin
Η Λιν ζει στο βουνό, όχι πολύ μακριά από τη Σαγκάη. Για να πας πρέπει να ανέβεις ένα δρόμο με πολλές, απότομες στροφές. Το σπίτι της μοιάζει με καλύβα. Είναι ξύλινο, με μια μικρή αυλή. Έχει κότες και μια βρύση για τα πιάτα [«κοπάνα» τη λέγαμε στο δικό μου το χωριό], πολλές στοίβες με ξύλα. Τα παράθυρα είναι ανοιχτά. Από το ταβάνι κρέμονται σακούλες με λίγα τρόφιμα. Έτσι τα κρατάνε μακριά από τα ζώα, το ξέρω, το κάναμε και μεις παλιά στο χωριό. Είναι ψηλά το χωριό, έχει δάσος και χωράφια με καταπράσινο τσάι. Κρύα νερά. Γαλάζιος ουρανός. Η Λιν έχει κάτασπρα δόντια και γελαστά μάτια. Φοράει ροζ. Τη ρωτάω αν της αρέσει το σχολείο, «ναι, μ’ αρέσει» απαντάει. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είναι δέκα χρονών. Μοιάζει έξι. Η φίλη της είναι δεκατρία και μοιάζει ακόμα πιο μικρή. Σκέφτομαι πως πάνε σχολείο, θα ξυπνάνε νωρίς, θα έχει λεωφορείο, βανάκι ή κάποιος χωριανός μαζεύει τα παιδιά και τα κατεβάζει στην πόλη; Είναι όλα απλά εδώ, ξεκάθαρα αλλά και πολύ δύσκολα. Όποιος έχει ζήσει λίγο έτσι, ξέρει. Η Λιν με τη φίλη της τρέχουν να με χαιρετήσουν. Μου πιάνουν την κουβέντα και οι συγχωριανοί τους μας φωτογραφίζουν. Λιν, ξέχασα να σε ρωτήσω τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις, αλλά μπορεί και να μην είχες απάντηση σ’ αυτή τη χαζή ερώτηση.

[Υστερόγραφο: Τα ονόματα είναι φανταστικά, τα κορίτσια αληθινά. Xiao Yun σημαίνει μικρό σύννεφο και Lin σημαίνει δάσος. Η Xiao Yun έσερνε την τσάντα της σήμερα κοντά στο Πανεπιστήμιο και έτσι μου ήρθε αυτή η ιστορία [οποιαδήποτε ομοιότητα με την ελληνική πραγματικότητα …δεν είναι συμπτωματική ]. Η Lin ήρθε και με χαιρέτησε στο χωριό της εκδρομής, της ανταπέδωσα, κάπως ντράπηκε, έφυγε. Την ώρα που φεύγαμε με ξαναείδε, ήταν με μια φίλη της, μου ξαναμίλησαν πιο θαρρετά αυτή τη φορά, πιάσαμε τη συζήτηση, λίγα αγγλικά, λίγα κινέζικα, πολλά χαμόγελα. Φωτεινά, καθαρά, αθώα πρόσωπα. -Σ’ αυτό το χωριό πίσω από το χρόνο.- ]

Να, τι βλέπει η Xiao Yun όταν πάει για ύπνο!..
DSC01230

Και η Lin ξυπνά και βλέπει ουρανό και δέντρα.
DSC04607

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Άλογα

Μερικές φορές γυρίζω πίσω
Κάτι σπρώχνει την καρδιά μου προς τα έξω
Να είναι βράδυ
Κι όμως εσύ είσαι απόγευμα στην Καλαμαριά
Ένας ήλιος σε μαγκώνει
Έχει κρύο της θάλασσας και φυσάει στα μαλλιά σου
Πώς ήρθε αυτή η γροθιά μέσα στη νύχτα;
Χιλιάδες άλογα καλπάζουν στο στομάχι
Πεδίο μάχης το σεντόνι

Πώς να κοιμηθώ απόψε;

Σχολιάστε

Filed under Δαιμόνια

Έξοδος

Σε κάρφωσα στο οπτικό μου νεύρο
Και σε κουβαλώ μαζί μου
Σε κέντησα στον αστράγαλο
και τώρα πας όπου πάω
Κουρασμένη κλείνω τα μάτια
και χτυπάς σε φλέβα στο βλέφαρο
Έχεις ένα χάρτη όλο μπλε και κόκκινες γραμμές
Έτσι κυκλοφορείς μέσα μου
Ξετυλίγεις το δέρμα μου και

4.30, έξοδος σε σκοτάδι

Σχολιάστε

Filed under Δαιμόνια