Monthly Archives: Οκτώβριος 2013

Δε σε λένε Μαρία

Και για σένα, κοριτσάκι με τα βρώμικα ρούχα
που δε σε λένε Μαρία
που έτρεχες με το χαλασμένο ποδήλατο
και σίγουρα θα γέλαγες
θα έδειχνες σε όλους τα μισοχαλασμένα σου δόντια
μέχρι να σκοτωθείς ένα πρωί στα φανάρια.
Και σε σας, παιδιά, που εξαφανιστήκατε
και κανείς δεν έδειξε τη φωτογραφία σας σ’ όλον τον κόσμο
αγόρια και κορίτσια,
δεν βρίσκω τίποτα να πω
μακάρι να σας τραγούδησε κάποιος στην κούνια σας,
να φίλησε το όμορφο πρόσωπό σας,
μακάρι να είδατε τα χρώματα στον ουρανό
και αυτά τα σχήματα
που άλλοι τα λένε σύννεφα
όμως εγώ πουπουλένια στρώματα τα εύχομαι
στον στερνό σας ύπνο.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Σκορπίσματα

Ξ-έκλεψες ένα 20ευρω. Απ’το σούπερ μάρκετ, τη λαϊκή, τα τηλέφωνα, απ’ τα τόσα «άσ’ το για αργότερα, αντέχει ακόμα». Ντύθηκες, στολίστηκες, έφτιαξες τα μαλλιά έτσι όπως τα ‘θελε ο δυνατός αέρας.
Ξ-έκλεψες ένα 20ευρω και το ‘χες έγνοια. Στο δρόμο, στο λεωφορείο γυρνώντας σπίτι. Έλεγες κάτι για φεγγάρια κρύσταλλα που τριγυρνάν στην πόλη και έναν Μαγιακόφσκι που γύρναγε στο μυαλό σου. Κάτι χτυπούσε γρήγορα στη θωρακική χώρα και δεν ησύχαζε, μέρες τώρα. Κι όλο έτρεμες μην σπάσει από τα πολλά χτυπήματα και άλλαζες πλευρό ρισκάροντας του ύπνου το βλεφάρισμα, μην δραπετεύσουν, έλεγες, εκείνες οι σκέψεις από το ασυνείδητο και ξεχαστούν όταν τό ‘παιρνες απόφαση να σηκωθείς.
Ξ-έκλεψες ένα 20ευρω και το ‘βγαλες στο δρόμο να πάρεις αέρα. Και καθόλου δεν μετάνιωσες.

Σχολιάστε

Filed under Φρυκτωρίες, Uncategorized

Μιαούλη και Κωνσταντινουπόλεως γωνία

Εκείνη τη μέρα πηγαίνοντας στη δουλειά τού φάνηκε ότι είδε τη Μαρία από το σχολείο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μετά την Αναστασία, το Σταύρο και ύστερα κι άλλους κι άλλους..σε κάθε πρόσωπο περαστικού έβλεπε και έναν παλιό του γνωστό ή φίλο. «Τι στο καλό;…» σκέφτηκε. Περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες, το κεφάλι κατεβασμένο, το βλέμμα σε άλλο ουρανό, όπως συνήθως. Τα πόδια ίσα που ακουμπούσαν στην άσφαλτο. Ανέβηκε τα σκαλιά, πέρασε από εκείνη τη βαριά, ξύλινη πόρτα του νοσοκομείου, λίγο τρελός, καθόλου άγιος, όμως τόσο μα τόσο πεθαμένος.

 

 

Σχολιάστε

Filed under Δαιμόνια, Uncategorized

Πάβελ

Δεν κατάλαβε πώς εξαφανίστηκε ο εντός του άνθρωπος. Πώς έφυγε από μια σχισμή, κάπου ανάμεσα σε μια ανάσα και ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών. Πώς σκαρφάλωσε από μέσα του, πέρασε τα στενά των βρόγχων, ανέβηκε την τραχεία, κολύμπησε στα ιγμόρεια και γλίστρησε απ’ τα ρουθούνια. Έτσι βγήκε, σαν αέρας. Πώς ήταν το όνομά του; Δύσκολα θυμάται… «Πάβελ. Πάβελ Κόχουτ..» επαναλάμβανε μουρμουρίζοντας ανάμεσα απ’τα δόντια. «Πάβελ Κόχουτ» σαν ξόρκι τρανσυλβάνιο που τριγυρνούσε πίσω από βαριές πόρτες κι ομίχλες.
Και έτσι έμεινε άδειος ο μέσα του εαυτός. Το ξόρκι πήρε φεύγοντας όλα τα αισθήματα και όλες τις σκέψεις.
«Πόσο καιρό συμβαίνει αυτό;». Άνοιξε τα μάτια και τρόμαξε.

Σχολιάστε

Filed under Μόνον εντός μας εαυτοί, Uncategorized