Monthly Archives: Νοέμβριος 2012

Η ηττοπάθεια είναι εθιστική

Συχνά ακούμε ότι «υπάρχουν και χειρότερα» (και ας αναλογιστεί ο καθένας τις συνθήκες ζωής του). Γιατί να μην σκεφτόμαστε ότι υπάρχουν και καλύτερα;

Βιώνουμε μια κατάσταση άνευ προηγουμένου. Απανωτά χτυπήματα, τόσο που δεν προλαβαίνεις να ανασάνεις. Και αυτό είναι το θέμα. Αν ανάσαινες, θα ξεθόλωνες, θα έβλεπες ότι αυτό το κακό μόνο εσύ μπορείς να το σταματήσεις. Ούτε θεοί ούτε δαίμονες. Ούτε οι άλλοι. Δεν μπορούν μόνοι τους. Πρέπει να κατέβεις και συ στο δρόμο. Ναι, και ας οργίζεσαι με τους «εργατοπατέρες», τους εκ του ασφαλούς συνδικαλιστές, ας νευριάζεις που σου μιλάνε ακαταλαβίστικα για θεωρίες με γλώσσα ξύλινη και πεπαλαιωμένη.
Δε γίνεται αλλιώς. Πόσο ακόμα θα λες «και μη χειρότερα»; Και το «καλύτερα» γιατί το ξεχνάς;

ΥΓ. Υπάρχει μια τάση να προστατεύσουμε έστω τα βασικά, ό,τι έχει απομείνει. Είναι λογικό, αναμενόμενο, αποκαλείται «ένστικτο επιβίωσης». Ναι, αλλά σε λίγο δεν θα υπάρχει τίποτα. Αν και για πολλούς ΗΔΗ δεν υπάρχει.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η ζωή του δεκαχίλιαρου*

1η Απρίλη. Όχι, δεν είναι ψέμα. Έφτασε το δεκαχίλιαρο της Πρόνοιας και πρέπει να σκεφτώ τον προϋπολογισμό μου. Πώς θα διαχειριστώ τόσα λεφτά; Δε θα ξέρω τι να πρωτοκάνω. Πώς είπατε; Δέκα χιλιάδες δεν είναι αρκετές για να βγάλεις ένα μήνα; ΔΕΚΑ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ;;;; Κάνετε λάθος, αγαπητοί μου. Θα σας αποδείξω περίτρανα πως μπορώ και ζω σαν άρχοντας.

Κατ’ αρχάς, έχω απαλλαγεί από τις περιττές πολυτέλειες του πολιτισμού. Δεν έχω ρεύμα και φυσικά δεν έχω τηλέφωνο. Έχω αυτοανακηρυχτεί σε πολέμιο της ΔΕΗ και του ΟΤΕ. Δε θα τους περάσει!

Θα αναρωτιέστε βέβαια, λατρευτοί μου αναγνώστες, πως ζω χωρίς ρεύμα. Ακούγεται παράξενο, αλλόκοτο στα καλομαθημένα σας αυτάκια. Κι όμως, αγαπητοί μου, δεν είναι δύσκολο. Για το φωτισμό έχω ωραιότατα κεριά. Άσε, που τα παίρνω και χοντρική και μου κάνουν και έκπτωση! Μάλιστα, ένα κερί χρειάζομαι κατά τις βραδινές ώρες, όταν γράφω τη μελέτη μου για την εξοικονόμηση ενέργειας. Σπουδαίο έργο! Είμαι βέβαιος πως το επόμενο Νόμπελ Φυσικής θα είναι δικό μου. Αν το πάρουν είδηση οι σοφολογιότατοι της Σουηδικής Ακαδημίας. Αλλιώς,..δε θα σκάσω κιόλας!..Υπάρχει και δικαίωση μετά θάνατον.

Όσο για το μαγείρεμα, ποτέ δεν τα κατάφερνα όπως ήθελα. Πάντα κολλούσαν οι πατάτες στο τηγάνι, πάντα αντιδρούσαν τα αυγά στο βράσιμο. Με το δίκιο τους, βέβαια! Ούτε εμένα θα μ’ άρεσε να με βράζουν. Άλλωστε, φίλοι μου, είμαι λιτοδίαιτος. Να κρατάμε και σιλουέτα. Η αλήθεια είναι ότι έχω μια καλή γειτόνισσα, τη Μαρία, που μου φέρνει που και που κανένα πιάτο φαΐ, όταν δεν το καταδέχεται το σκυλάκι της (είναι και απαιτητικό, ευτυχώς!).

Μια ηλεκτρική συσκευή είχα, ένα ψυγείο, κατάλοιπο απ’ τις παλιές ένδοξες φοιτητικές μέρες. Αποφάσισα να το κάνω μια ωραιότατη βιβλιοθήκη. Εξοικονόμησα έτσι και χώρο στο απέραντο σπίτι μου. Τα βιβλία, μάλιστα, που αγαπώ περισσότερο τα βάζω στην κατάψυξη. Είναι το ασφαλέστερο μέρος, λένε οι φίλοι μου. Ξέρετε πόσες ληστείες γίνονται; Ας έχω τα νώτα μου καλυμμένα καλύτερα! Αν μου κλέψουν τα άπαντα του Καρτέσιου και τη «θεωρία της σχετικότητας» του Αϊνστάιν, ποιος ο λόγος να ζω; Θα βγω στο μπαλκόνι της θεόρατης πολυκατοικίας μου και θα πέσω στον ακάλυπτο, να μη με βρουν και εύκολα. (Α, όλα κι όλα, θέλω ο θάνατός μου να καλύπτεται από πέπλο μυστηρίου).

Δε θα μιλήσω για την τηλεόραση που τόλμησαν να μου δωρίσουν οι ανυποψίαστοι συγγενείς μου. Είχα ορκιστεί θανάσιμος εχθρός της. «Ή εγώ ή αυτή». Τελικά, κράτησαν την τηλεόραση. Δεν άντεξαν τις παραξενιές μου και αποφάσισαν να με βγάλουν από τον κόσμο τους γιατί, λέει, η γειτονιά είχε αρχίσει να ψυλλιάζεται. Να ψυλλιάζεται τι, ποτέ δεν κατάλαβα.

Δεν τους κράτησα ποτέ κακία. Αυτοί μου άνοιξαν τα φτερά και ανακάλυψα πως ήξερα να πετάω. Άμα μπεις στη θάλασσα (ή σε ρίξουν, δεν έχει σημασία) ή κολυμπάς ή πνίγεσαι. Τυχαία, ήξερα κολύμπι. Είχα μαμά πρωταθλήτρια στα νιάτα της.

Αλλά, μου φαίνεται…ξεφύγαμε από το θέμα μας. Προσπαθώ να σας αποδείξω πόσο άχρηστο είναι το ρεύμα στη ζωή μας. Και μέχρι τώρα είδατε τα επιχειρήματά μου. Δε νομίζω να μη σας έπεισαν, ε; Τζάμπα λεφτά, πεταμένα είναι. Για να πλουτίζει η ΔΕΗ; Δε θα της κάνω το χατήρι!

Πότε πλένομαι, είπατε; Και πώς; Αν υποψιαστώ ότι με περνάτε για βρωμιάρη που έχει αναγάγει την απλυσιά σε στάση ζωής, θα προσβληθώ θανάσιμα! Μια φίλη μου, ευτυχώς, έχει μπάνιο σπίτι της. Μ’ αρέσει. Είναι σαν να πάω εκδρομή! Το σάκο με την πετσετούλα, τα καθαρά μου ρούχα και βουρ! για τη Μαρία (όχι η γειτόνισσα με το σκυλάκι, άλλη). «Πάω για μπάνιο» σκέφτομαι και νομίζω ότι είμαι διακοπές. Βέβαια, φοράω και βατραχοπέδιλα! Μου τα είχε αγοράσει ο μπαμπάς στη Δευτέρα λυκείου. Θα με μάθαινε ψαροντούφεκο. Θυμάμαι που τον ψάχναμε όλο το βράδυ. Μετά εγώ ξύπνησα σπίτι και ήμουν ζαλισμένος. Ο μπαμπάς δε γύρισε τελικά και μου’ χε μείνει απορία. Η μαμά μ’ έβριζε γιατί είχα αποκοιμηθεί στην παραλία και είχα αφήσει τον μπαμπά μόνο του. Πάντα ο μπαμπάς κυνηγούσε παράξενα ψάρια. Εγώ έτρωγα ό,τι είχαμε ψαρέψει κι αυτός ήθελε κι άλλα, να τα πάει στη μαμά. Τα αγαπάω τα βατραχοπέδιλα. Μυρίζουν ψαρίλα. Και θυμίζουν τον μπαμπά.

Πάλι ξέφυγα από το θέμα και να με συγχωρέσετε. Έτσι ήμουν πάντα. Αλανιάρης στο κορμί και στην ψυχή. Με γοήτευαν οι δρόμοι. Λοιπόν, όσον αφορά το τηλέφωνο ήταν ολωσδιόλου άχρηστο. Ούτε καν μπήκα στον κόπο να κάνω αίτηση. Θα πέταγα τα ωραία λεφτά του δεκαχίλιαρου για να μιλάω με τους ανθρώπους μέσα από τα σύρματα; Χάθηκε ο κόσμος να τα πούμε από κοντά; Τι μας ενώνει ο ΟΤΕ και άλλα τέτοια; Μας ενώνουν η καρδιά και η σκέψη, όταν είμαστε μακριά. Για κινητό τηλέφωνο, ούτε λόγος. Ντροπή και μόνο που το σκεφτήκατε! Τι με περάσατε; Ούτε μετοχές έχω για να με ενημερώνει ο χρηματιστής (ωραίο επάγγελμα, αλλά τι άγχος! Τόσα δεκαχίλιαρα!) ούτε θέλω να με βρίσκουν. Αν και…δε με ψάχνει κανείς. Δε φωνάζει κανείς το όνομά μου. Εκτός από τη Μαρία, τη γειτόνισσα, για να βγάζω βόλτα το σκυλάκι της. Αυτή δε μπορεί μερικές φορές. Έχει πολλές επισκέψεις. Άντρες συνήθως. Τότε βγαίνει στο μπαλκόνι και με φωνάζει. Τι όμορφη που είναι η ρόμπα της! Αλλά πολύ λεπτή, δεν κρυώνει; Βγαίνει λοιπόν και με φωνάζει να πάω βόλτα το σκυλάκι της.

«Χρυσό μου!», έτσι με λέει. Το άλλο το κανονικό δεν το θυμάται. Ούτε εγώ το θυμάμαι. Το δεκαχίλιαρο της Πρόνοιας έρχεται σε κάποιον Λευτέρη Ασημόπουλο. Δεν είμαι εγώ αυτός. Ποτέ δεν με φώναζαν Λευτέρη. Κρατάω το «χρυσό μου». Νομίζω ότι μου πάει! Δε συμφωνείτε;

 

*Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 2001 με αφορμή ένα δημοσίευμα που έλεγε ότι σύμφωνα με επίσημα στοιχεία ορισμένες χιλιάδες συνανθρώπων μας ζούσαν με τις δέκα χιλιάδες δραχμές της Πρόνοιας. Δεν είχαμε μπει ακόμα στο ευρώ. Το δεκαχίλιαρο αντιστοιχούσε σε περίπου τριάντα ευρώ. Η ειρωνεία είναι ότι σήμερα, δέκα χρόνια μετά, τα κωμικοτραγικά περιστατικά του Λευτέρη και οι ιδιάζουσες απόψεις του φαίνονται απρόσμενα επίκαιρα. Όποιος είναι γύρω στα τριάντα και άνω, θα αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης δεκαετίας που εκτόξευσαν είτε πλασματικά είτε αληθινά πολλούς Έλληνες σε μια σφαίρα ουτοπικής ευημερίας. Ουτοπικής, γιατί τα λεφτά, όσα και να είναι, παραμένουν απλώς ψευδεπίγραφα ευτυχίας. Καληνύχτα.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized